Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Τοξοπλάσμωση



ΤΟΞΟΠΛΑΣΜΩΣΗ 



Η τοξοπλάσμωση είναι παρασιτικό νόσημα των ζώων και του ανθρώπου, σε ολόκληρο τον κόσμο και οφείλεται στο πρωτόζωο παράσιτοToxoplasma gondii.

Στο έντερο της γάτας (τελικός, αλλά και ενδιάμεσος ξενιστής του παρασίτου) παράγεται η άωρη ωοκύστη, που αποβάλλεται με τα κόπρανα του ζώου και επιβιώνει στο εξωτερικό περιβάλλον για περίπου ένα χρόνο. 
A        B  
A= άωρη ωοκύστη του Toxoplasma gondii στα νωπά κόπρανα της γάτας 
Β= “κύστη” του Toxoplasma gondii στους ιστούς μόσχου, προβάτου, χοίρου, ίππου, σκύλου, γάτας κ.ά., καθώς και ανθρώπου 

Στους ιστούς του ανθρώπου και των ζώων (ενδιάμεσοι ξενιστές του παρασίτου), καθώς και στους ιστούς της γάτας (τελικός και ενδιάμεσος ξενιστής του παρασίτου), παράγονται οι “κύστεις” του τοξοπλάσματος μέσα στις οποίες το παράσιτο επιβιώνει ολόκληρη τη ζωή του ξενιστή.

Ο τελικός και οι ενδιάμεσοι ξενιστές μολύνονται: α) με τις “κύστεις” του παρασίτου, όταν καταναλώνεται ωμό ή ατελώς ψημένο κρέας μόσχου, προβάτου, χοίρου κ.ά. (κιμάς, γύρος, σουβλάκι κ.ά.), β) με τις ώριμες ωοκύστεις του παρασίτου, όταν καταναλώνονται μολυσμένα χόρτα (από τα ζώα) και άπλυτα ή ατελώς πλυμένα μολυσμένα φρούτα, λαχανικά κ.ά. από τον άνθρωπο, και γ) με τα μεροζωΐδια του παρασίτου που βρίσκονται στο αίμα της εγκύου και το γάλα της μητέρας (στάδιο παρασιταιμίας) και είναι δυνατόν να μολύνουν αντίστοιχα, τα έμβρυα (ενδομητρική μόλυνση) και τα νεογέννητα (το παράσιτο αποβάλλεται με το γάλα του προβάτου και της αιγός 10-34 ημέρες μετά τη μόλυνση των ζώων).

Αμέσως μετά τη μόλυνση του τελικού και των ενδιάμεσων ξενιστών, τα παράσιτα εισβάλλουν στο βλεννογόνο του εντέρου, εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος, εισβάλλουν στα εμπύρηνα κύτταρα του αίματος, κυρίως στα μονοκύτταρα/ μακροφάγα, πολλαπλασιάζονται (16-32 παράσιτα/κύτταρο) και καταστρέφουν τα κύτταρα κάθε 12-24 ώρες (παρασιταιμία), για περίπου 8 μήνες. Μετά, εισβάλλουν στα κύτταρα των ιστών (εγκέφαλος, αμφιβληστροειδής χιτώνας, μυικός ιστός κ.α.) και παράγουν “κύστεις”, μέσα στις οποίες αναπτύσσονται έως 60.000 παράσιτα (αναφέρονται ως τροφοζωΐδια, μεροζωΐδια, βραδυζωΐδια, κυστοζωΐδια).

Στη γάτα, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, παράγονται οι “κύστεις” του τοξοπλάσματος στους ιστούς και επιπλέον, οι άωρες ωοκύστεις του παρασίτου στα επιθηλιακά κύτταρα του εντέρου. Οι άωρες ωοκύστεις αποβάλλονται με τα κόπρανα του ζώου στο εξωτερικό περιβάλλον, 3-36 ημέρες μετά τη μόλυνση και καθίστανται ώριμες σε διάστημα 2-4 ημερών. Η αποβολή των άωρων ωοκύστεων από τη μολυσμένη γάτα διαρκεί συνολικά 2-20 ημέρες και συμβαίνει σχεδόν αποκλειστικά, μετά την πρώτη μόλυνση του ζώου (όταν η γάτα διατρέφεται με ωμό κρέας, πιάνει ποντίκια κ.ά.). Μετά τη δεύτερη ή την τρίτη μόλυνση του ζώου με το παράσιτο αναπτύσσεται σε αυτό η ανοσία του τύπου προάσπιση και διακόπτεται ο πολλαπλασιασμός του παρασίτου στο έντερο και η αποβολή των άωρων ωοκύστεων στο περιβάλλον (η γάτα δεν μολύνει άμεσα τον άνθρωπο).

Ads by OnlineBrowserAdvertisingAd Options
 
Ο βιολογικός κύκλος του Toxoplasma gondii 


A. ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΖΩΑ 
(ενδιάμεσοι ξενιστές του παρασίτου) 


Μετά τη μόλυνση των ζώων, συνήθως δεν εμφανίζονται συμπτώματα του νοσήματος. Όμως είναι δυνατόν σε νεαρά ή σε ανοσοκατεσταλμένα ζώα, να εμφανισθούν, 2-14 ημέρες μετά τη μόλυνση, πυρετός, διάρροια, βήχας, δύσπνοια, ανορεξία, ίκτερος, αναιμία, χοριοαμφιβληστροειδίτιδα, λεμφαδενίτιδα, εγκεφαλίτιδα, πνευμονία, ηπατίτιδα, μυίτιδα, μυομητρίτιδα, αποβολή, καθώς και θάνατος του ζώου (περίπου στο 10% των αμνών).

 

Ads by OnlineBrowserAdvertisingAd Options

Στο 30% των μολυσμένων ανθρώπων, κατά τους πρώτους 8 μήνες της μόλυνσης, είναι πιθανόν να εμφανισθούν αλλοιώσεις στους οφθαλμούς (“κύστεις” τοξοπλάσματος στο βυθό των οφθαλμών), λεμφαδενίτιδα, ηπατίτιδα, μυοκαρδίτιδα, μηνιγγοεγκεφαλίτιδα, εξάνθημα, μονοκυττάρωση, λεμφοκυττάρωση, ουδετεροπενία, λευκοκυτταροπενία, εωσινοφιλία, αύξηση των ειδικών IgGIgMIgEIgA, μείωση των λευκωματινών κ.ά., ενώ μετά τον 8ο μήνα της μόλυνσης, είναι πιθανόν να παρατηρηθούν κρίσεις επιληψίας, κεφαλόπονος, ουδετεροφιλία, λεμφοπενία, αύξηση των ειδικών IgG κ.ά. Συμπτώματα του νοσήματος εμφανίζονται σχεδόν μόνο μετά την πρώτη μόλυνση του ατόμου, καθώς και σε άτομα με ανοσοκαταστολή, λευχαιμία, Hodgkin και στο 20-30% των ατόμων με AIDS (με ή χωρίς συμπτώματα, λόγω αναζωπύρωσης ευκαιριακών μολύνσεων με Pneumocystis cariniiStrongyloides stercoralis κ.ά.). Η μόλυνση ή η αναζωπύρωση του νοσήματος έχουν σοβαρές επιπτώσεις, όταν συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Στο 50-80% των περιπτώσεων μόλυνσης της εγκύου, τα παράσιτα διέρχονται τον πλακούντα και μολύνουν το έμβρυο, συνήθως τις πρώτες 1-2 εβδομάδες μετά τη μόλυνση (παρασιταιμία). H μόλυνση του εμβρύου κατά το πρώτο τρίτο της εγκυμοσύνης προκαλεί την αποβολή του (στον άνθρωπο 2-8 στις 1.000 αποβολές, οφείλονται στην τοξοπλάσμωση), ενώ η μόλυνση του εμβρύου κατά το δεύτερο ή το τρίτο στάδιο της εγκυμοσύνης είναι πιθανόν να προκαλέσει χοριοαμφιβληστροειδίτιδα, επασβεστώσεις στον εγκέφαλο, υδροκέφαλο, ατροφία εγκεφάλου, κολόβωμα, πνευμονία κ.ά. Η “κύστη” τοξοπλάσματος (100-300 μm) προκαλεί νέκρωση των μολυσμένων κυττάρων και ενεργοποιεί τους μηχανισμούς άμυνας του ξενιστή στους ιστούς, με αποτέλεσμα η “κύστη” να περιβάλλεται συνεχώς από ενεργοποιημένα μακροφάγα, Β- και Τ-λεμφοκύτταρα, ουδετερόφιλα κ.ά. (ανοσία “τύπου προάσπιση”). Η “φρουρά” των κυττάρων αυτών απομακρύνεται από την “κύστη” μόνο μετά τη χρησιμοποίηση κορτιζόνης ή άλλων ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων. Στην περίπτωση αυτή, τα περίπου 60.000 παράσιτα της “κύστης” ελευθερώνονται (“αναζωπύρωση” τοξοπλάσμωσης) και συνήθως, προκαλούν επέκταση των βλαβών (νέκρωση) γύρω από την αρχική “κύστη” (σπανίως παρατηρείται παρασιταιμία). Στους φορείς HIV παρατηρείται αναζωπύρωση του νοσήματος, με εγκεφαλίτιδα και θάνατο στο 3-10% των ατόμων αυτών, όταν ο αριθμός των CD4+ Τh1-λεμφοκυττάρων μειώνεται κάτω από 200 λεμφοκύτταρα/μl

Στο 80% των κρουσμάτων στον άνθρωπο, η διάγνωση της τοξοπλάσμωσης γίνεται με την ανίχνευση στον ορό (ELISAIIF) των ειδικών IgMIgG,IgA και IgE και υποβοηθείται από την κλινική εικόνα και τα εργαστηριακά ευρήματα. Κατά τη διάρκεια του 1ου μήνα της μόλυνσης ανιχνεύονταιIgM και IgG, του 2ου - 3ου μήνα IgMIgGIgA και IgE, του 3ου - 8ου μήνα IgG και IgE και μετά τον 8ο μήνα της μόλυνσης, ειδικές IgG (εφ’ όρου ζωής). Κατά τις αναμολύνσεις και τις αναζωπυρώσεις του νοσήματος αυξάνονται οι τιμές των ειδικών IgG και IgE. Η ενδομητρική μόλυνση διαπιστώνεται: α) με την ανίχνευση των ειδικών ΙgM στον ορό του εμβρύου (τα IgM της μητέρας δεν διέρχονται τον πλακούντα), β) με την ανίχνευση των ειδικών ΙgM στον ορό του νεογνού, και γ) με τη διαπίστωση της σημαντικής πτώσης του λόγου CD4 : CD8 Τ λεμφοκυττάρων στην έγκυο. Η ανίχνευση των ειδικών IgG στο νεογνό πιστοποιεί την ενδομητρική μόλυνση ή τη διέλευση των μητρικών IgG από τον πλακούντα στο έμβρυο (τα IgG της μητέρας ανιχνεύονται συνήθως έως το δεύτερο έτος της ηλικίας, που ολοκληρώνεται η λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος).

Στα ζώα (ενδιάμεσοι ξενιστές) η διάγνωση του νοσήματος γίνεται με την ανίχνευση των ειδικών ανοσοσφαιρινών (ELISAIIF) και υποβοηθείται από τη διαπίστωση των νεκρωτικών εστιών (“κύστεις” τοξοπλάσματος) στο βυθό των οφθαλμών, το ΚΝΣ, το μυικό ιστό, το ήπαρ, τον πλακούντα, τους ιστούς του εμβρύου κ.α. 

Ειδικές IgG ανιχνεύθηκαν (ELISA) στον σκύλο (2.3-44.7%), τα βοοειδή (39.7%), το πρόβατο (22.7-26.2%), την αίγα (14.4-26.4%) και στο 13.8-60% των κατοίκων της Μακεδονίας και της Θράκης. Επίσης, διαπιστώθηκαν «κύστεις» τοξοπλάσματος στο βυθό των οφθαλμών του ανθρώπου, του σκύλου κ.ά. και στο μυικό ιστό κ.α. του σκύλου (2.3%), των μηρυκαστικών, του ίππου, του χοίρου, του λαγού, των τρωκτικών, των πτηνών κ.ά.

Η φαρμακευτική αγωγή κατά του παρασίτου γίνεται συνήθως στον άνθρωπο και σπανίως στα ζώα και είναι αποτελεσματική μόνον κατά την οξεία φάση ή κατά τις αναζωπυρώσεις του νοσήματος (το παράσιτο είναι ευαίσθητο και καταστρέφεται, όταν βρίσκεται έξω από τα κύτταρα κατά τη διάρκεια των 8 πρώτων μηνών της μόλυνσης, ενώ είναι απρόσβλητο, όταν βρίσκεται μέσα στα κύτταρα ή μέσα στις “κύστεις”). Γι αυτό, η φαρμακευτική αγωγή είναι άσκοπη κατά τη χρόνια φάση της τοξοπλάσμωσης και καθίσταται επικίνδυνη κατά το πρώτο ήμισυ της εγκυμοσύνης, επειδή η pyrimethamine (φάρμακο επιλογής), μειώνει τη σύνθεση του φολικού οξέος στο παράσιτο, αλλά επίσης σε μητέρα και έμβρυο (κίνδυνος τερατογένεσης). Η φαρμακευτική αγωγή περιλαμβάνει τη χορήγηση: 

α) στον άνθρωπο με σωματικό βάρος 50-70 Kg (όχι στην έγκυο), 25 mg pyrimethamine (Daraprim®Funsidar®) + 5 mg folic acid (Leucovorin®,Filicine®) + 300 mg clindamycin (Dalacin C®) ή 1 g spiramycin (Rovamicine-500®), κάθε ημέρα για 30 ημέρες και μετά, κάθε δεύτερη ημέρα έως την 60η ημέρα. Η αγωγή διακόπτεται για 15 ημέρες και επαναλαμβάνεται, όταν κρίνεται σκόπιμο, για 30 ημέρες (75η–105η ημέρα). Κατά την εγκυμοσύνη ακολουθείται αγωγή μόνο με 3 g spiramycin (Rovamicine-500®) την ημέρα, για 3 εβδομάδες και επαναλαμβάνεται, όταν είναι απαραίτητο, μετά δύο εβδομάδες, και

β) στον σκύλο, clindamycin (Antirobe®) 10-40 mg/ημέρα για 30 ημέρες ή (όχι σε έγκυα ζώα) 25 mg pyrimethamine (Daraprim®)/ημέρα + folic acid(Leucovorin®Filicine®) 5 mg /ημέρα + sulfadiazine 73 mg/ημέρα (ή βιταμίνη Β) για 30 ημέρες.

Για να προληφθεί η μόλυνση του σκύλου και της γάτας πρέπει να δίνεται στα ζώα μόνο βρασμένο κρέας (οι “κύστεις” του παρασίτου καταστρέφονται στους 66°C) ή κατεψυγμένο κρέας (οι “κύστεις” καταστρέφονται σε 3 ημέρες στους -20° C). Η μόλυνση των φυτοφάγων και τωνπαμφάγων ζώων αποτρέπεται, όταν τα ζώα δεν έρχονται σε επαφή με τα κόπρανα γάτας ή τα κόπρανα της γάτας απομακρύνονται κάθε 1-2 ημέρες από τους χώρους των ζώων (οι ωοκύστεις του παρασίτου στο δάπεδο του στάβλου καταστρέφονται με ζεστό νερό 70°C ή με πυκνό διάλυμα ιωδίου ή αμμωνίας). 

Ο άνθρωπος περιορίζει τις πιθανότητες μόλυνσής του με το παράσιτο, 1) όταν καταναλώνει βρασμένο ή κατεψυγμένο κρέας, 2) όταν πλένει καλά (με υγρό σαπούνι πιάτων) τα φρούτα και τα λαχανικά που τρώγονται ωμά (μαρούλι, ντομάτες, μήλα κ.ά.), 3) όταν πλένει καλά τα χέρια και τα αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν κατά το χειρισμό του ωμού κρέατος, 4) όταν πίνει βρασμένο ή παστεριωμένο γάλα, 5) ότανκαθαρίζει την αμμοδόχο της γάτας κάθε 1-2 ημέρες, 6) όταν χρησιμοποιεί γάντια κατά το σκάλισμα του κήπου κ.ά. 

Τέλος, για να προλαμβάνονται οι αναζωπυρώσεις του νοσήματος και οι δυσμενείς επιπτώσεις τους στον μολυσμένο ξενιστή (ιδιαίτερα, όταν υπάρχουν “κύστεις” του παρασίτου στον βυθό του οφθαλμού), πρέπει να αποφεύγονται οι παράγοντες που προκαλούν ανοσοκαταστολή (π.χ. η χρησιμοποίηση κορτιζόνης, ακόμη και ως κολλύριο) ή όταν υπάρχουν οι παράγοντες αυτοί, πρέπει να χρησιμοποιούνται, ταυτόχρονα και έγκαιρα, τα ειδικά φάρμακα κατά του παρασίτου.

Ο ενημερωμένος άνθρωπος γνωρίζει ότι η μόλυνσή του με το παράσιτο γίνεται: α) σχεδόν κατά κανόνα, με τις “κύστεις” του παρασίτου, όταν καταναλώνεται ωμό ή ατελώς ψημένο κρέας (μισοψημένη μπριζόλα, δοκιμή ωμού κιμά, ωμό “χωριάτικο” λουκάνικο κ.ά.), επειδή στη χώρα μας είναι μολυσμένα σχεδόν ένα στα δύο βοοειδή, ένα στα τέσσερα πρόβατα, αίγες κ.ά., και β) μόνο συμπτωματικά, με τις ώριμες ωοκύστεις του παρασίτου, όταν καταναλώνονται άπλυτα ή ατελώς πλυμένα, ωμά λαχανικά, φρούτα κ.ά. (υπενθυμίζεται ότι η συχνότητα μόλυνσης της γάτας στη χώρα μας είναι 0.9% και ότι η γάτα είναι υπεύθυνη για τη διασπορά του παρασίτου στη φύση και όχι για τη μόλυνση του ανθρώπου).




B. ΓΑΤΑ
(τελικός και ενδιάμεσος ξενιστής του παρασίτου) 



Συνήθως δεν εμφανίζονται συμπτώματα του νοσήματος μετά τη μόλυνση της γάτας. Είναι όμως δυνατόν σε νεαρά ή σε ανοσοκατεσταλμένα ζώα, να εμφανισθούν, 2-14 ημέρες μετά τη μόλυνση (επώαση του νοσήματος), πυρετός, εμετός, εντερίτιδα, διάρροια, βήχας, δύσπνοια, ανορεξία, ίκτερος, αναιμία, χοριοαμφιβληστροειδίτιδα, λεμφαδενίτιδα, εγκεφαλίτιδα, πνευμονία, ηπατίτιδα, μυίτιδα, μυομητρίτιδα, αποβολή, λήθαργος καθώς και θάνατος του ζώου.

Η διάγνωση της τοξοπλάσμωσης στη γάτα δεν έχει πρακτική αξία και στηρίζεται στην ανεύρεση των άωρων ωοκύστεων του παρασίτου (στο 0.9% των ζώων) κατά την παρασιτολογική εξέταση των κοπράνων. 


Δεν ακολουθείται φαρμακευτική αγωγή στη γάτα. Όταν όμως κρίνεται απαραίτητη (οξεία φάση ή αναζωπύρωση του νοσήματος), χορηγείται,clindamycin (Antirobe®) 25-50 mg/ημέρα για 15 ημέρες ή 
(όχι σε έγκυα ζώα) pyrimethamine (Daraprim®) 25 mg/ημέρα + folic acid (Leucovorin®,Filicine®) 5 mg/ημέρα + sulfadiazine 73 mg/ημέρα (ή βιταμίνη Β) για 30 ημέρες.



  
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ 


1η Ερώτηση: Πώς μολύνεται συχνότερα ο άνθρωπος με το τοξόπλασμα;

Απάντηση: Με την κατανάλωση ωμού ή ατελώς ψημένου κρέατος μηρυκαστικών, χοίρου κ.ά.


2η Ερώτηση: Πώς μολύνεται συχνότερα η γάτα με το τοξόπλασμα;

Απάντηση: Με την κατανάλωση μολυσμένων ποντικιών, ερπετών κ.ά.


3η Ερώτηση: Ποιος είναι ο ρόλος της γάτας στην τοξοπλάσμωση;

Απάντηση: Το παράσιτο (Toxoplasma gondii) πολλαπλασιάζεται στα κύτταρα του εντέρου της γάτας και αποβάλλεται με τα κόπρανά της στο εξωτερικό περιβάλλον (με τη μορφή της άωρης ωοκύστης), συνολικά για 2-20 ημέρες σε ολόκληρη τη ζωή της. Επίσης, το παράσιτο πολλαπλασιάζεται μέσα στους ιστούς της γάτας, όπου παραμένει ζωντανό (με τη μορφή της τοξοπλασμικής κύστης), για ολόκληρη τη ζωή της γάτας και προφυλάσσει το ζώο από νέες μολύνσεις (ανοσία τύπου προάσπιση).


4η Ερώτηση: Η γάτα μπορεί να μολύνει άμεσα τον άνθρωπο με Toxoplasma gondii;

ΑπάντησηΌχι (εκτός εάν το κρέας της καταναλωθεί ωμό ή ατελώς ψημένο από τον άνθρωπο !).


5η Ερώτηση: Υπάρχει λόγος να απομακρύνεται η γάτα από την έγκυο «για να μη μολυνθεί με τοξόπλασμα;»

ΑπάντησηΌχιΗ γάτα δεν μολύνει άμεσα τον άνθρωπο. Η γάτα διασπείρει με τα κόπρανά της στο περιβάλλον τις άωρες μορφές του παρασίτου, οι οποίες πρέπει να παραμείνουν στο περιβάλλον 2-4 ημέρες για να αποκτήσουν μολυσματική ικανότητα για τον άνθρωπο και τα ζώα.


6η Ερώτηση: Είναι σημαντικό για τη δημόσια υγεία στη χώρα μας να ελέγχεται η γάτα μήπως είναι μολυσμένη με Toxoplasma gondii;

ΑπάντησηΌχι. Ο έλεγχος αυτός δεν έχει πρακτική σημασία, επειδή: α) η μολυσμένη γάτα αποκτά ανοσία και έτσι, δεν αποβάλλει άωρες μορφές του παρασίτου με τα κόπρανά της στο περιβάλλον, και β) στη χώρα μας δεν καταναλώνεται κρέας γάτας (ούτε καλοψημένο !).


7η Ερώτηση: Με ποιόν τρόπο η έγκυος θα αποφύγει τη μόλυνση του εμβρύου με Toxoplasma gondii;

Απάντηση: Όταν η έγκυος έχει μολυνθεί με το παράσιτο, τουλάχιστον 6 μήνες πριν την έναρξη της εγκυμοσύνης, τότε αναπτύσσεται ανοσία(τύπου προάσπιση) και με τον τρόπο αυτό, προστατεύεται το έμβρυο κατά τις αναμολύνσεις της μητέρας με το παράσιτο (δηλ. η μητέρα είναι «εμβολιασμένη» με φυσικό εμβόλιο για ολόκληρη τη ζωή της).

Όταν όμως η έγκυος δεν είναι μολυσμένη με το παράσιτο, τότε: α) 
δεν πρέπει να «δοκιμάζει» ωμό κιμά, β) δεν πρέπει να τρώει ατελώς ψημένο κρέας, γ) πρέπει να πλένει σε άφθονη σαπουνάδα τα φρούτα και τα λαχανικά που καταναλώνονται ωμά (φράουλες, μήλα, σταφύλια, τομάτες, μαρούλι κ.ά.), δ) δεν πρέπει να χρησιμοποιεί το άπλυτο μαχαίρι με το οποίο τεμάχισε ωμό κρέας μηρυκαστικών, χοίρου, πτηνών κ.ά., για το κόψιμο του ψωμιού, της ωμής σαλάτας κ.ά., ε) δεν πρέπει να ετοιμάζει την ωμή σαλάτα στην επιφάνεια που τεμάχισε το ωμό κρέας μηρυκαστικών, χοίρου, πτηνών κ.ά., στ) πρέπει να πλένει τα χέρια της πριν το φαγητό, ζ) πρέπει να χρησιμοποιεί γάντια μιάς χρήσης, όταν απομακρύνει τα κόπρανα της γάτας ή καθαρίζει το δοχείο της γάτας με την άμμο, καθημερινά ή έως δύο ημέρες μετά την αποβολή τους (έως δύο ημέρες δεν υπάρχει κίνδυνος) ή όταν ασχολείται με τις γλάστρες και το χώμα του κήπου κ.ά. (πιθανή παρουσία στο χώμα ώριμων ωοκύστεων του παρασίτου).


8η Ερώτηση: Πώς ενεργεί το ενημερωμένο άτομο στη χώρα μας στο θέμα της τοξοπλάσμωσης;

Απάντηση: Το ενημερωμένο άτομο: 

α) γνωρίζει ότι στη χώρα μας είναι μολυσμένα με το παράσιτο σχεδόν ένα στα δύο βοοειδή (~50%), ένα στα τέσσερα (~25%) πρόβατα, αίγες κ.ά. και ότι η μόλυνση του ανθρώπου γίνεται κυρίως με την κατανάλωση μισοψημένης μπριζόλας, ωμού κιμά, ωμού “χωριάτικου” λουκάνικου κ.ά. και σπανιότερα με την κατανάλωση άπλυτων ή ατελώς πλυμένων, ωμών λαχανικών, φρούτων κ.ά., 


β) δεν αποπροσανατολίζεται με την ενοχοποίηση της γάτας και δεν αποφεύγει τη γάτα ή τα άλλα ζώα, και 


γ) ζητά από τον οφθαλμίατρό του να ελέγξει το βυθό των οφθαλμών για πιθανή παρουσία αλλοιώσεων στον αμφιβληστροειδή χιτώνα(βυθοσκόπηση). Σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος πρέπει να ακολουθείται αντιτοξοπλασμική αγωγή κάθε φορά που στο μέλλον θα χρειασθεί το μολυσμένο άτομο να χρησιμοποιήσει κορτιζόνη (ακόμη και σε μορφή κολλυρίου) ή άλλα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, για να προληφθεί η αναζωπύρωση του παρασίτου (κίνδυνος απώλειας της όρασης).
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου