Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

ΠΑΡΑΣΙΤΩΣΕΙΣ

πηγή

ΠΑΡΑΣΙΤΩΣΕΙΣ
« στις: Μάιος 04, 2009, 23:54:04 μμ »
Το άρθρο δημοσιεύτηκε για 1η φορά το 1997 στο 8ο τεύχος του περιοδικού «Kατοικίδια Zώα».

Τα παράσιτα διακρίνονται σε εκτοπαράσιτα και ενδοπαράσιτα. Τα πρώτα διαβιούν κυρίως πάνω στο σώμα των πτηνών δηλαδή στο δέρμα, στο φτέρωμα, στα πόδια και στο ράμφος. Μερικά όμως προσβάλλουν και το αναπνευστικό σύστημα των πτηνών. Τα ενδοπαράσιτα προσβάλλουν το πεπτικό σύστημα και κυρίως το έντερο και δευτερευόντως το πρώτο τμήμα της πεπτικής οδού, δηλαδή τον οισοφάγο και τον πρόλοβο. Τέλος δεν πρέπει να παραλείψουμε ότι υπάρχουν και παράσιτα που βρίσκονται στο αίμα των πουλιών.
Τα εκτοπαράσιτα (external parasites) διακρίνονται σε Ακάρεα, Ψείρες και Κρώτονες. Ας δούμε όμως την κάθε κατηγορία ξεχωριστά.

Ακάρεα (Mites)
Είναι μικρά παράσιτα, ορατά με μικροσκόπιο εκτός από ορισμένα είδη. Προσβάλλουν εκλεκτικά διάφορα είδη κατοικίδιων πτηνών σε διάφορα σημεία του σώματός τους όπως στο δέρμα, στο ράμφος, στα πόδια καθώς και στο αναπνευστικό σύστημα. Στα πτηνά συντροφιάς ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα εξής είδη:

1. Red mite. Είναι ένα μικρό κόκκινο ακάρι µε μέγεθος 0,5-0,7 mm. Είναι ορατό µε γυμνό οφθαλμό ή μεγεθυντικό φακό. Τρέφεται από το αίμα των πτηνών που τα επισκέπτεται τη νύχτα όταν κοιμούνται. Την ημέρα κρύβεται σε διάφορα σημεία του κλουβιού και κυρίως στις κούρνιες. Όταν είναι χορτάτο έχει κόκκινο χρώμα από το οποίο πήρε και την ονομασία του. Μπορούμε να διαπιστώσουμε την ύπαρξή του ελέγχοντας τα πτηνά τη νύχτα. Προσβάλλει όλα τα είδη των πτηνών µε μεγαλύτερη συχνότητα τα καναρίνια και τα διάφορα είδη των τροπικών και ευρωπαϊκών σπίνων (finches).                     
Η υψηλή θερμοκρασία ευνοεί την εξάπλωσή του, γι' αυτό αποτελεί έντονο πρόβλημα κυρίως στους καλοκαιρινούς μήνες. Μπορεί να επιβιώσει σε ευνοϊκές συνθήκες για πάνω από 5 μήνες χωρίς να τραφεί. Η μετάδοσή του γίνεται εύκολα από τα πτηνά που έχουν μολυνθεί σε άλλα, γι' αυτό δεν πρέπει να βάζουμε ύποπτα πτηνά μαζί µε υγιή. Τα κλινικά συμπτώματα της προσβολής είναι αναιμία, ιδιαίτερα στους νεοσσούς και ανακατωμένο φτέρωμα. Στα θηλυκά προκαλεί μειωμένη ωοτοκία και σε έντονη προσβολή, εγκατάλειψη της φωλιάς. Επίσης υπάρχει ποσοστό θνησιμότητας και στους νεοσσούς.                                                   
Στην χρόνια μορφή η εξασθένιση των πτηνών λόγω αναιμίας προκαλεί πτώση της άμυνας του οργανισμού µε αποτέλεσμα την εκδήλωση διάφορων ασθενειών. Τέλος το κόκκινο ακάρι θεωρείται υπεύθυνο για τη μετάδοση του μικροβίου Borrelia Anserina που προκαλεί την ασθένεια της σπειροχαιτίασης.

2. Cnemidocoptes pilae.  Το είδος αυτό ανήκει σε µια μεγάλη οικογένεια ακάρεων (cnemidocoptes species) τα οποία είναι ορατά µόνο µε μικροσκόπιο. Αποτελεί µια συνήθη αιτία της ασθένειας του ράμφους στα παπαγαλάκια (Budgerigar) η οποία είναι γνωστή σαν "Scaly Face" δηλαδή λεπιδωτό πρόσωπο. Πιο σπάνια μπορεί να προσβάλει και τα καναρίνια. Στην αρχή η εξάπλωση του παρασίτου ξεκινάει από το ράμφος καταστρέφοντας το αναπτυσσόμενο μέρος του µε αποτέλεσμα την άνιση ανάπτυξη και τον ανώμαλο σχηματισμό της κερατίνης. Το ράμφος έτσι γίνεται εύθρυπτο. Στη χρόνια μορφή διαπιστώνουμε προσβολή στο πρόσωπο γύρω από τα µάτια και το ράμφος.                                                           
Η εργαστηριακή διάγνωση βασίζεται σε ξέσματα από το ράμφος και εξέτασή τους στο μικροσκόπιο. Η μετάδοση σε υγιή πουλιά γίνεται µε την τροφή, το νερό, τις πατίστρες, τον αέρα κλπ.  Το στρες και η κακή και µη ισόρροπη διατροφή προδιαθέτουν τα πουλιά στην εξάπλωση και επιδείνωση της ασθένειας.

3. Cnemidocoptes jamaicensis. Είναι ένα ακάρι που προσβάλει διάφορα κατοικίδια πουλιά µε μεγαλύτερη συχνότητα εντόπισης τα καναρίνια και τους ευρωπαϊκούς και τροπικούς σπίνους (finches).  Ανευρίσκεται κυρίως στα πόδια των πτηνών, μπορεί όμως να εξαπλωθεί και στο ράμφος καθώς και σε άλλες περιοχές του σώματος, προκαλώντας υπερκεράτωση, δερματίτιδα και πτώση του φτερώματος σε διάφορα σημεία του σώματος. Το χαρακτηριστικό όμως σύμπτωμα είναι η υπερκεράτωση (υπέρμετρη ανάπτυξη της κερατίνης των ποδιών) που δημιουργείται, κάνοντας τους εκτροφείς να δώσουν στην ασθένεια το όνομα "tassel foot" δηλαδή φουντωτά πόδια.                                                                                                           
Μεταδίδεται από μολυσμένα πουλιά σε υγιή, όταν βρίσκονται στον ίδιο χώρο ή και σε κοντινούς χώρους µε τον αέρα. Η κακή διατροφή, τα μεταβολικά προβλήματα και διάφορες ασθένειες προδιαθέτουν τα πτηνά στην ασθένεια και επιδεινώνουν την κατάστασή τους.
Η διάγνωση βασίζεται στα εξωτερικά συμπτώματα που παρατηρούνται στα πόδια, στο ράμφος και στο δέρμα. Η εργαστηριακή διάγνωση βασίζεται στην ανεύρεση του παρασίτου στο μικροσκόπιο από ξέσματα των εφελκίδων των ποδιών ή του ράμφους.

4. Cnemidocoptes leaνis. Είναι ένα ακάρι που προσβάλει τους μεγάλους παπαγάλους (parrots) και κυρίως τους macaus. Η έξαρση του παρασίτου συμβαίνει τους ζεστούς μήνες του χρόνου.
Ο βιολογικός κύκλος αυτού του παρασίτου δεν είναι απόλυτα γνωστός. Τα κλινικά συμπτώματα είναι μάδημα του φτερώματος, που καταλήγει σε απώλεια του μεγαλύτερου μέρους του, και κρουστοποίηση του δέρματος.

5. Sternostoma tracheacolum. Είναι ένα ακάρι που προσβάλει το αναπνευστικό σύστημα των πτηνών µε μεγαλύτερη συχνότητα εκδήλωσης στα καναρίνια και τα διάφορα είδη των ευρωπαϊκών σπίνων (finches). Στα Ψιτακοειδή (παπαγάλοι) δεν παρατηρούνται κλινικά συμπτώματα και θεωρείται συμπτωματική η εμφάνισή τους στα είδη conures και Lorries.                                                                                         
Τα συμπτώματα που παρατηρούνται είναι δύσπνοια, σφύριγμα στην αναπνοή και χάσιμο της ικανότητας του κελαιδήματος. Στη χρόνια μορφή υπάρχει απώλεια βάρους, αναιμία και έντονος βήχας. Επίσης λόγω της πτώσης της άμυνας του οργανισμού, συχνά υπάρχει εμπλοκή εντεροβακτηρίων όπως η Ε.coli, προκαλώντας εντερικά προβλήματα περιπλέκοντας την κατάσταση και τη θεραπεία. Τα παράσιτα μεταδίδονται εύκολα µε το νερό και την τροφή στα υγιή πτηνά.  Η µη σωστή και ισορροπημένη διατροφή, το στρες και το ακατάλληλο περιβάλλον διαβίωσης (υψηλή υγρασία και θερμοκρασία) προδιαθέτουν τη μετάδοση και τη συχνότητα, εκδήλωσης των συμπτωμάτων.                                                                                                                         
Η εργαστηριακή διάγνωση βασίζεται στην ανεύρεση των παρασίτων στη βλέννα ή στην τραχεία των προσβληθέντων πτηνών.

Ψείρες (Lice) 
Είναι μικρά έντομα που ανήκουν στην τάξη Mallophaga. Έχουν μέγεθος 1-3 mm. Προσβάλουν όλα τα πτηνά συντροφιάς µε εκλεκτικότητα για κάθε είδος. Στα Ψιτακοειδή για παράδειγμα ανευρίσκεται το είδος Pectinopygus sp., ενώ στα περιστέρια το Columbicola columbae. Συχνότερα προσβάλουν τα περιστέρια και τα πτηνά που βρίσκονται σε εξωτερικούς χώρους. Στα Ψιτακοειδή και στα καναρίνια παρατηρούνται πιο σπάνια.
Η μετάδοση στα πτηνά συντροφιάς γίνεται συνήθως από τα άγρια, όταν αυτό τοποθετηθούν μαζί ή συχνάζουν στους χώρους της κατοικίας τους. Διαβιούν πάνω στην επιφάνεια του σώματος και τρέφονται από τα δερμικά λέπια, τα τρίματα των φτερών ή απομυζούν αίμα. Τα αβγά τους τα αποθέτουν συνήθως στη βάση των φτερών και εκκολάπτονται σε 4-7 ημέρες. Μέσα σε 3 περίπου εβδομάδες οι προνύμφες εξελίσσονται σε νύμφες και συμπληρώνεται έτσι ο βιολογικός τους κύκλος.
Τα συμπτώματα που προκαλούν οφείλονται κυρίως στον ερεθισμό του δέρματος. Σε έντονη συγκέντρωση των παρασίτων τα πτηνά ψειρίζονται συνεχώς, χάνουν την όρεξη για τροφή καθώς και τον ύπνο τους. Το πτέρωμά τους φαίνεται ακατάστατο, τα νεαρά πουλιά παρουσιάζουν καθυστέρηση στην ανάπτυξη, ενώ τα θηλυκά παρουσιάζουν μείωση της ωοτοκίας και μπορεί να εγκαταλείψουν και το κλώσσημα των αβγών. Σε χρόνια προσβολή τα πτηνά εξασθενούν και προσβάλλονται εύκολα από διάφορες ασθένειες. Τέλος ευθύνονται και για τη μετάδοση ασθενειών όπως η ψιτάκωση.
Οι ψείρες είναι άμεσα εξαρτώμενες από τα πτηνά (ξενιστές) και δεν μπορούν να ζήσουν μακριά τους για πολύ καιρό. Έτσι η ανεύρεση τους γίνεται εύκολα εξετάζοντας το δέρμα και τα φτερά κάτω από τις φτερούγες. Επίσης στη βάση των φτερών του λαιμού και του πρωκτού ανευρίσκουμε και τα αβγά του παρασίτου σε σωρούς.

Κρότωνες (Ticks) 
Τα αρθρόποδα αυτά, κοινώς τσιμπούρια, ανήκουν στην οικογένεια Argasidae. Προσβάλουν κυρίως τα περιστέρια (κρότωνας Α. columbarum και Α. reflexus), τους παπαγάλους (κρότωνα ς Α. persicus Oken) και τα περισσότερα άγρια πτηνά. Παρασιτούν στην εξωτερική επιφάνεια του δέρματος απομυζώντας αίμα προκαλώντας έτσι αναιμία. Τα ενήλικα παράσιτα έχουν διαστάσεις 3-10 mm μήκος και 4-6 mm πλάτος. Κατά κανόνα επισκέπτονται τα πτηνά µόνο τη νύχτα. Μπορούν να ζήσουν χωρίς να τραφούν για έξι περίπου χρόνια. Τα ενήλικα παράσιτα επίσης απομυζούν αίμα µία φορά το μήνα. Ο πολλαπλασιασμός τους ευνοείται από το ζεστό καιρό και η εκκόλαψη των αβγών επιτυγχάνεται σε 6-10 ημέρες,                                                                                                 
Τα πτηνά κατά την προσβολή είναι ανήσυχα. ψειρίζονται διαρκώς και έχουν σουφρωμένο φτέρωμα. Παράλληλα παρουσιάζουν εμφανή συμπτώματα αναιμίας και κούρασης.  Η ανάπτυξη τους καθυστερεί και η ωοτοκία μειώνεται η και σταματά εντελώς.                                                                                           
Σε περίπτωση νεοσσών περιστεριών προκαλείται και θνησιμότητα σε ποσοστό που εξαρτάται από την εντονότητα της προσβολής. Στις χρόνιες μορφές παρατηρούνται προσβολές και από άλλες ασθένειες παράλληλα. Επίσης ο κρότωνας Α. persicus είναι υπεύθυνος και για τη μετάδοση του μικροβίου Borrelia anserine που προκαλεί την σπειροxαιτίαση και της Ραsteurellα multocida που προκαλεί την Παστεριδίαση (Fowl cholera).
Η εξακρίβωση των παρασίτων γίνεται έπειτα από προσεκτική εξέταση του δέρματος των πουλιών, όπου διακρίνουμε κόκκινα στίγματα από τα τσιμπήματα και των χώρων της κατοικίας τους (ρωγμές - εσοχές κλπ.).

Καταπολέμηση – Θεραπεία Εκτοπαρασίτων
Τα εκτοπαράσιτα σε αντίθεση µε τα ενδοπαράσιτα, δεν είναι τόσο συχνά στα πτηνά συντροφιάς αν τηρούνται βασικοί κανόνες υγιεινής. Κύριος τρόπος μετάδοσης είναι η άμεση επαφή ή η κοντινή διαβίωση µε μολυσμένα πουλιά. Έτσι είναι ευνόητο ότι κατά την αγορά ενός πουλιού από κάποιο pet shop η από κάποιον εκτροφέα, πρέπει αυτό να μπαίνει σε καραντίνα μέχρι να βεβαιωθούμε ότι δεν είναι φορέας παρασίτων ή σε τελική ανάλυση κάποιας άλλης ασθένειας.                                                                       
Η καταπολέμιση γίνετε κυρίως με χρήση εντομοκτόνων σε μορφή αεροζόλ, σκόνης (πούδρας) ή αλοιφής αλλά η µη σωστή και η υπερβολική χρήση τους μπορεί να δηλητηριάσουν τα πτηνά. Η θεραπεία των εκτοπαρασίτων τα τελευταία χρόνια έχει απλοποιηθεί µε τη χρήση σκευασμάτων ιβεμερκτίνης (ivermectins). Ο συνδιασμός εντομοκτόνων για χρήση στα κλουβιά και στους χώρους, σε συνδιασμό με την χρήση ιβερμεκτίνης πάνω στα πτηνά, αποτελεί τον σωστότερο τρόπο καταπολέμισής τους.
Προληπτικά, η συχνή απολύμανση των κλουβιών και των εξαρτημάτων (µε ατμό ή εντομοκτόνες ουσίες) και η σωστή διατροφή µε επιπλέον πρόσληψη βιταμίνης Α, έχει βρεθεί ότι παίζει καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκαλούν τα παράσιτα.                                                                                 
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι τα ακάρεα του φτερώματος και οι ψείρες των πτηνών συντροφιάς δεν μεταδίδονται και δεν επιζούν επάνω στους ανθρώπους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου