Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Ατμοσφαιρική ρύπανση και κακοήθεις νεοπλασίες



Ατμοσφαιρική ρύπανση και κακοήθεις νεοπλασίες

Οι εκπομπές των οχημάτων, οι βιομηχανικές διεργασίες, η παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, η οικιακή καύση στερεών καυσίμων και άλλες πηγές ρυπαίνουν τον αέρα των αστικών κέντρων. Το μείγμα των ατμοσφαιρικών ρύπων ποικίλλει μεταξύ των τοποθεσιών ως προς τα φυσικά και χημικά του χαρακτηριστικά λόγω των διαφορών στις πηγές της ρύπανσης, το κλίμα και τη μετεωρολογία της περιοχής, αλλά περιέχει γνωστές καρκινογόνους χημικές ουσίες για τον άνθρωπο ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφορές στη σύστασή του. Πρόσφατες εκτιμήσεις υπολογίζουν ότι η επιβάρυνση στη νοσηρότητα λόγω της έκθεσης στην ατμοσφαιρική ρύπανση είναι σημαντική (Lim et al. 2012). Εκτιμήθηκε ότι ειδικά η έκθεση σε λεπτόκοκκα αιωρούμενα ατμοσφαιρικά σωματίδια (ΑΣ2.5) συνέβαλε σε 3.2 εκατομμύρια πρόωρους θανάτους παγκοσμίως το 2010, από τους οποίους 223.000 οφείλονταν σε καρκίνο του πνεύμονα. Περισσότεροι από τους μισούς θανάτους από καρκίνο του πνεύμονα που αποδόθηκαν στα ΑΣ2.5 συνέβησαν σε χώρες της Ανατολικής Ασίας και οφείλονταν κυρίως στην οικιακή καύση στερεών καυσίμων. Μέχρι σήμερα, οι περισσότερες μελέτες έχουν γίνει για τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ της έκθεσης σε ατμοσφαιρικά σωματίδια και καρκίνου του πνεύμονα, αλλά πρόσφατα αποτελέσματα υποδεικνύουν πιθανές επιδράσεις και άλλων ατμοσφαιρικών ρύπων στην εμφάνιση διαφόρων κακοήθων νεοπλασιών.
Το 2013 το Ινστιτούτο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τη Μελέτη του Καρκίνου (International Agency for Research on Cancer 2013) ταξινόμησε την ατμοσφαιρική ρύπανση ως καρκινογόνο ουσία για τον άνθρωπο, θεωρώντας πως υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι η έκθεση σε ατμοσφαιρική ρύπανση προκαλεί καρκίνο του πνεύμονα. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι υπάρχουν επίσης ενδείξεις για αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου της ουροδόχου κύστης. Τα αιωρούμενα ατμοσφαιρικά σωματίδια, ένας βασικός ατμοσφαιρικός ρύπος, αξιολογήθηκαν χωριστά και ταξινομήθηκαν επίσης ως καρκινογόνα για τον άνθρωπο.
Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για την ύπαρξη σχέσης μεταξύ της έκθεσης στην ατμοσφαιρική ρύπανση και στον καρκίνο του πνεύμονα. Μία ανασκόπηση Ευρωπαϊκών και αμερικανικών προοπτικών μελετών έδειξε ότι σε τέσσερις από τις πέντε σχετικές μελέτες η έκθεση σε υψηλότερα επίπεδα ατμοσφαιρικών σωματιδίων (ΑΣ10 ή ΑΣ2.5) και σε διοξείδιο του αζώτου (NO2) σχετίζονταν με σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο, καρκίνου του πνεύμονα, ενώ η πέμπτη μελέτη έδειξε επίσης, αύξηση, του κινδύνου, αλλά στατιστικά μη σημαντική (Vineis και συν. 2004).
Πιο πρόσφατα, σε πολυκεντρική Ευρωπαϊκή προοπτική μελέτη, τη European Study of Cohorts for Air Pollution Effects (ESCAPE), βρέθηκε ότι η μακροχρόνια έκθεση σε σωματιδιακή ρύπανση αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του πνεύμονα (ιδιαίτερα μάλιστα του αδενοκαρκινώματος), ακόμα και σε επίπεδα χαμηλότερα από τα ανώτερα όρια που προβλέπει η Ευρωπαϊκή νομοθεσία (Raaschou-Nielsen και συν. 2013). Τα αποτελέσματα βασίζονται σε ανάλυση δεδομένων 17 προοπτικών μελετών, οι οποίες διεξήχθησαν σε εννέα Ευρωπαϊκές χώρες (συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας). Από τους 313.000 συμμετέχοντες, 2.095 παρουσίασαν καρκίνο του πνεύμονα κατά τη διάρκεια των 13 ετών παρακολούθησης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι για 5 μg/m3 αύξηση στα επίπεδα των λεπτόκοκκων σωματιδίων (ΑΣ2.5), ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του πνεύμονα αυξάνεται κατά 18%, ενώ για αύξηση 10 μg/m3 στα αιωρούμενα σωματίδια ΑΣ10 ο κίνδυνος αυξάνεται κατά 22%, με μεγαλύτερες επιδράσεις στα αδενοκαρκινώματα. Δε διαπιστώθηκε σχέση της έκθεσης σε οξείδια του αζώτου με την εμφάνιση καρκίνου του πνεύμονα.
Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της έκθεσης σε ατμοσφαιρική ρύπανση και την εμφάνιση κακοήθων νεοπλασιών εκτός του καρκίνου του πνεύμονα, υπάρχουν λίγα δεδομένα από πρόσφατες μελέτες που δεν καταλήγουν σε σαφή αποτελέσματα. Έτσι, ενώ σε μία ανασκόπηση δε διαπιστώθηκε σχέση μεταξύ του κινδύνου εμφάνισης παιδικής λευχαιμίας και της διαμονής σε περιοχή με αυξημένο κυκλοφοριακό φόρτο (Raaschou-Nielsen και συν. 2006), σε πρόσφατη Γαλλική μελέτη ασθενών-μαρτύρων σε εθνικό επίπεδο βρέθηκε ότι όταν η κατοικία βρίσκεται κοντά σε δρόμους με αυξημένο κυκλοφοριακό φόρτο ενδέχεται να αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης παιδικής λευχαιμίας (Amigou και συν. 2011). Η έκθεση σε ατμοσφαιρική ρύπανση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης έχει επίσης συνδεθεί με τον κίνδυνο παιδιατρικών καρκίνων, αλλά τα σχετικά ευρήματα δεν είναι αρκετά ώστε να μπορούν να οδηγήσουν σε σαφή συμπεράσματα. Οι Ghosh και συν. (2013) αναφέρουν ότι σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης Air Pollution and Childhood Cancers Study στην Καλιφόρνια, ο κίνδυνος για οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία αυξήθηκε κατά 9%, 23% και 8% για κάθε αύξηση κατά 25 ppb στα μέσα επίπεδα μονοξειδίου, διοξειδίου και οξειδίων του αζώτου αντίστοιχα, καθ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Υπάρχουν πολλές πειραματικές μελέτες που έχουν διερευνήσει τον τρόπο επίδρασης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στο γενετικό υλικό και ειδικά στα ανδρικά γενετικά κύτταρα. Υπάρχουν επίσης πολλές επιδημιολογικές μελέτες, οι οποίες με τη χρήση βιοδεικτών (biomarkers) σε υγιή άτομα, τόσο ενήλικες όσο και παιδιά έχουν διερευνήσει τις επιδράσεις της έκθεσης σε ατμοσφαιρική ρύπανση στο DNA, καθώς και τις προκαλούμενες επιγενετικές αλλαγές (IARC 2013). Πρόσφατη ανασκόπηση (Demetriou και συν. 2012) αναγνωρίζει τα σύμπλοκα DNA (DNA adducts), το 1-υδορξυπυρένιο (1-hydroxypyrene), τις χρωμοσωματικές αποκλίσεις (chromosomal aberrations), τους μικροπυρήνες (micronuclei) και την οξειδωτική βλάβη στις νουκλεοβάσεις, ως αξιόπιστους δείκτες έκθεσης στην ατμοσφαιρική ρύπανση. Οι ανωτέρω προσεγγίσεις παρέχουν ισχυρές ενδείξεις για την ύπαρξη πιθανών βιολογικών μηχανισμών που θα μπορούσαν να δρουν στη σχέση μεταξύ ατμοσφαιρικής ρύπανσης και κακοήθων νεοπλασιών.
πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου